Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ



ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
  •   Εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου:  334-325π.χ, στόχο είχε την αντιμετώπιση του Περσικού κινδύνου, διακρίνεται σε τρεις φάσεις.
  • Πρώτη φάση: Κυριάρχησε στη Μικρά Ασία και απελευθέρωσε τις Ελληνικές πόλεις.  Νίκησε στο Γρανικό και στην Ισσό. Κατέλαβε τη Φοινίκη και την Παλαιστίνη και κατέκτησε την Αίγυπτο. Στο δέλτα του Νείλου ίδρυσε την Αλεξάνδρεια.

  •   Δεύτερη φάση: Προχώρησε στη Μεσοποταμία. Νίκησε στα Γαυγάμηλα και κατέλαβε τη Βαβυλώνα, τα Σούσα, την Περσέπολη, τα Εκβάτανα. Κατέκτησε επίσης τις ανατολικές επαρχίες της περσικής αυτοκρατορίας. 

  •   Τρίτη φάση: Επιχείρησε εκστρατεία στη Ινδική χερσόνησο. Έφτασε στον Ύφαση ποταμό που αποτέλεσε το όριο της εκστρατεία του. Δεν προχώρησε στο Γάγγη λόγω της αντίδρασης του Μακεδονικού στρατού. Ο Αλέξανδρος πέθανε στη Βαβυλώνα το 323 π.χ.

  •   Στρατιωτικός τομέας: Κατόρθωνε κάθε φορά με την εφαρμογή κατάλληλου σχεδιασμού να αντιμετωπίζει με επιτυχία τον αντίπαλο.

  •   Πολιτική δράση: αποσκοπούσε στην ανάμειξη του Ελληνικού με τον ασιατικό κόσμο και στην ένωση τους κάτω από μια ισχυρή διοίκηση. Έγιναν αποδεκτές οι τοπικές συνήθειες και παραδόσεις. Διατηρήθηκε ο θεσμός των σατραπειών και τη διοίκηση τους αναλάμβαναν Έλληνες ή Πέρσες ηγεμόνες.

  •   Οικονομικός τομέας: δημιουργήθηκαν φορολογικές περιφέρειες με περισσότερες από μία σατραπείες. Οι θησαυροί που συγκεντρώνονταν μεταβάλλονταν σε χρυσό νόμισμα. Έτσι δημιουργήθηκε ενιαίο νομισματικό σύστημα.
  •   Πολιτιστικός τομέας: διαδόθηκε η Ελληνική γλώσσα και ο Ελληνικός πολιτισμός. Υπήρξε γόνιμη αλληλεπίδραση του Ελληνικού πολιτισμού με τους πολιτισμούς των λαών της Ανατολής. Ιδρύθηκαν πολλές πόλεις που εξελίχθηκαν σε σπουδαία εμπορικά και πνευματικά κέντρα.
 

 

 

 

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

ΑΡΘΡΟ ΚΑΙ ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

Άρθρο
Είναι δημοσίευμα σε εφημερίδα ή περιοδικό που πραγματεύεται ένα ειδικό, επίκαιρο θέμα γενικού ενδιαφέροντος.

Χαρακτηριστικά 
  1. Έχει επικαιρικό χαρακτήρα, αφορμάται δηλαδή πάντα από ένα επίκαιρο γεγονός το οποίο σχολιάζει ή και ερμηνεύει.
  2. Καλύπτει θέματα γενικού ενδιαφέροντος.
  3. Συντάσσεται από δημοσιογράφους και συνεργάτες της εφημερίδας.
  4. Κινείται στο χώρο της ερμηνευτικής δημοσιογραφίας ή και της επιστήμης και απέχει από τη λογοτεχνία.
  5. Στόχος του είναι η πληροφόρηση, ενημέρωση του δέκτη για την τρέχουσα επικαιρότητα.
  6. Επικρατεί η αναφορική λειτουργία της γλώσσας.
  7. Συνήθως το ύφος είναι αντικειμενικό και ουδέτερο και απουσιάζει ο προσωπικός και οικείος τόνος.
  8. Είναι συνήθως συντομότερο από ένα δοκίμιο.
  9. Το άρθρο έχει τίτλο.

Επιφυλλίδα
Κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύεται σε ορισμένη θέση στην εφημερίδα.

Χαρακτηριστικά
  1. Τύπος κειμένου που αναφέρεται σε διάφορα θέματα:φιλολογικά, επιστημονικά, κοινωνικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά κ.τ.λ.π
  2. Γράφεται από πρόσωπο ειδικό στο θέμα ή από κάποιον άνθρωπο του πνεύματος και των γραμμάτων.
  3. Δημοσιεύεται σε εφημερίδα σε ορισμένη θέση και χωρίζεται συνήθως από την υπόλοιπη ύλη με ολοσέλιδη ή μικρή γραμμή.
  4. Ο επιφυλλιδογράφος μπορεί να ξεκινήσει από ένα επίκαιρο θέμα αλλά δε μένει προσκολλημένος στο επίκαιρο. Προχωρεί σε παρατηρήσεις και σκέψεις διαχρονικού χαρακτήρα και γενικότερου ενδιαφέροντος.
  5. Το περιεχόμενο της είναι μη ειδησεογραφικό και είναι ένα είδος σύντομου άρθρου.
  6. Στόχος είναι η μόρφωση, η καλλιέργεια,  ο προβληματισμός και όχι τόσο η πληροφόρηση.
  7. Χρήση της αναφορικής αλλά και της ποιητικής γλώσσας.
  8. Ύφος σύνθετο, δοκιμιογραφικό, αντικειμενικό, χωρίς αυτό να σημαίνει οτι απουσιάζει ο προσωπικός τόνος.
  9. Έχει τίτλο.
Άσκηση: Σε ποιο είδος (άρθρο-επιφυλλίδα) κατατάσσονται τα παρακάτω κείμενα; Να αιτιολογήσετε την απάντηση σας.
Κανείς δεν χτυπάει ακόμη την καμπάνα

Της Τασουλας Καραϊσκακη, Καθημερινή, 17/11/2013
 
Είναι η κρίση ευκαιρία για ένα άλμα στην πρόοδο; Ενα προκλητικό ερώτημα σε εποχές ένδειας, συμφορών, μηδαμινών προοπτικών, κολοσσιαίων αδιεξόδων. Προχθεσινή έκθεση του ΟΟΣΑ έδειξε ότι η κρίση έχει υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στις κυβερνήσεις, ιδιαιτέρως στις χώρες που πλήττονται περισσότερο από την ύφεση: Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Σλοβενία. Οι πολίτες αυτών των χωρών βιώνουν τον μονόδρομο των σκληρών μέτρων: η αύξησή τους προβάλλει ως η μόνη επιλογή για έξοδο από την κρίση· τα αυξάνουν, αυξάνοντας τον αριθμό των «θυμάτων» τους. Στην Ελλάδα η αγορά δεν έχει να επιδείξει άλλο από ταχυφαγεία και ενεχυροδανειστήρια – κανένα αισθητό «άνοιγμα», παρά τους χαμηλούς μισθούς που θα τόνωναν την ανταγωνιστικότητα και θα προσείλκυαν επενδύσεις. Η όποια παραγωγή πλούτου δεν καταλήγει παρά σε λίγα χέρια: «Το 95% των κερδών που παράχθηκαν από το 2009 μέχρι το 2012 κατέληξε στο πλουσιότερο 1%» (Στίγκλιτς).
Και όμως, συχνά αναφέρεται ότι η κρίση αποτελεί ευκαιρία για την οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας για αναστοχασμό. Ωστόσο, ποιοι είναι οι θετικοί λογαριασμοί ύστερα από πέντε χρόνια κρίσης; Πέντε χρόνια συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων δεν μεταρρύθμισαν και πολλά. Απώλεια θέσεων εργασίας, οριζόντιες περικοπές, μείωση των δημόσιων δαπανών, αλλά όχι της αφανούς σπατάλης. Η κρίση έδειξε το εύρος της διάβρωσης των κρατικών λειτουργών και κάτι άρχισε να κινείται. Παρά ταύτα, για αρκετούς παραμένει μια ευκαιρία συντήρησης προνομίων. Μέχρι στιγμής στην Ελλάδα η κρίση δεν έχει δείξει καθαρά το θετικό της πρόσωπο. Ούτε αναδείχθηκε σε ευκαιρία απομάκρυνσης από το καταστροφικό μοντέλο σκέψης και δράσης που παγίωσε τις ελληνικές παθογένειες. Οι εκ βάθρων αλλαγές έχουν κυρίως να κάνουν με την όξυνση των ανισοτήτων και την παράλυση δημόσιων δομών από έλλειψη σχεδίου.
Υπό αυτήν την έννοια, πράγματι, ο δικός μας ακανθώδης μικρόκοσμος απέχει δισεκατομμύρια ευρώ ή χιλιάδες μίλια από την (εκπεφρασμένη) επιταγή για μια ισχυρή Ευρώπη· στο μέλλον τα αποδυναμωμένα εθνικά κράτη θα αδυνατούν να επιβιώσουν σε «φουρτούνες» πλανητικών διαστάσεων. «Χωρίς την κρίση, οι ηγέτες της Ευρωζώνης δεν θα υποχρεώνονταν να συνεργαστούν τόσο στενά για τον συντονισμό των πολιτικών τους, που θα συμβάλουν στην επίλυση όχι μόνον της τωρινής κρίσης», είχε πει σε συνέντευξή του ο Γερμανός φιλόσοφος Γούργκεν Χάμπερμας. «Μόνο κάτω από την πίεση της κρίσης θα μπορέσει η Ευρώπη να σταθεροποιηθεί... Για να δαμάσουμε τον άγριο καπιταλισμό, οφείλουμε να θεμελιώσουμε σε υπερεθνικό επίπεδο εκείνη την ικανότητα πολιτικής και κυβερνητικής δράσης που στο εθνικό επίπεδο έχει αμετάκλητα χαθεί.
Μόνο μια Ε.Ε. αποφασισμένη και σταθερή θα μπορέσει να προηγηθεί των χρηματοπιστωτικών αγορών και να έχει και τον τελευταίο λόγο», είχε σημειώσει. Οι ελληνικές μέρες μας δεν μοιάζουν ακόμη ευνοϊκές για μια τόσο σπουδαία επιχείρηση. Διότι, σε ποιες -εντός κι εκτός- κινήσεις διαφαίνεται η αρχή μιας απάντησης; Στον δικό μας μικρόκοσμο, με τη διάχυτη σύγχυση και τη λίγη οργάνωση, με τον πολύ φόβο και τη λίγη στράτευση σε μια νέα ιδέα, ο αλληλοσπαραγμός είναι πιο πιθανός από την αναγέννηση. Σε στιγμές αυτοσυνείδησης, ακαριαία, όπως στο φως της αστραπής, σχεδιάζεται το αντιφατικό περίγραμμα της ύπαρξής μας. Και δεν χτυπάει καμιά καμπάνα. Ακόμα.

Για μια ποιοτική βίωση τής Ενωμένης Ευρώπης

Γ.Μπαμπινιώτης, Το Βήμα, 01/02/2004


* H ευρωπαϊκή διάσταση τής Παιδείας πρέπει να αρχίσει από τα Πανεπιστήμια



H ιδέα τής Ευρωπαϊκής Ενωσης (με διάφορες μορφές και περιεχόμενο) ξεκίνησε πολύ νωρίς, ήδη στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, προχώρησε δειλά και αποσπασματικά, πέρασε από διάφορα στάδια και υπό διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, αμφισβητήθηκε, αναθεωρήθηκε, αλλά μπόρεσε και ωρίμασε βαθμηδόν στις συνειδήσεις των λαών και των ηγετών των χωρών τής Ευρώπης. Ετσι έφτασε τελικά να αποτελεί σήμερα την αδιαμφισβήτητη και δυναμική πραγματικότητα που είναι γνωστή ως «Ευρωπαϊκή Ενωση». Αυτή η ιστορική διάσταση, αυτή η διαδικασία συνειδησιακής ωρίμασης (που πόρρω απέχει από μια συμβατική, ευκαιριακή και συμπτωματική συμπόρευση), πρέπει να αποτελεί σταθερό σημείο επιστημονικής και ιδεολογικής αναφοράς για την ιδέα τής Ενωμένης Ευρώπης και την πορεία τής ολοκλήρωσης αυτής τής ιδέας.
Εκπλήσσουν πραγματικά οι ομοιότητες (χωρίς να λείπουν βεβαίως και οι έντονες διαφορές) στα κίνητρα, στους σκοπούς και στις μορφές συμφωνίας που παρατηρούνται ανάμεσα στις συμπολιτειακές ενώσεις τής ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας αφενός και στη σύμπηξη τής Ευρωπαϊκής Ενωσης αφετέρου. Είναι επίσης εκπληκτικό πόσο συνεκτικά λειτούργησε μια θρησκεία, ο Χριστιανισμός, με τις δικές του αξίες, στη συνένωση των νέων λαών που συνδιαμόρφωσαν στους μεσαιωνικούς χρόνους τις τύχες τής Ευρώπης, αλλά και πόσες συγκρούσεις και θρησκευτικούς πολέμους προκάλεσε ο θρησκευτικός φανατισμός. Κι ωστόσο, η χριστιανική διδασκαλία από κοινού με τον ορθό λόγο και τους παραδοσιακούς θεσμούς τής ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας έφεραν κοντά τους λαούς τής Ευρώπης μέσα από τη βαθμιαία συνειδητοποίηση κοινών αρχών και αξιών.
Βεβαίως, όλους αυτούς τους αιώνες (από την αρχαιότητα μέχρι και όλον τον μεσαίωνα), οι φιλοδοξίες διαφόρων ηγετών και ηγεμόνων δυναστικών οίκων να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε ευρύτερες μάζες πληθυσμού και σε μεγαλύτερες γεωγραφικές εκτάσεις προκάλεσαν σφοδρές συγκρούσεις που τραυμάτισαν την ενότητα και κλόνισαν την ειρήνη στην Ευρώπη. Ουδέν, όμως, κακόν αμιγές καλού. Οι απώλειες σε ζωές, οι καταστροφές, οι ερημώσεις, οι ενοχές, η ανάγκη αποτροπής των συγκρούσεων οδήγησαν βαθμηδόν σε επιμέρους συμμαχίες και ενώσεις. Μετά δε από τα δεινά που επισώρευσαν στην Ευρώπη οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, η ανάγκη για μια κοινή βάση αρχών, κανόνων και μορφών πολιτικής συμπεριφοράς που θα επέτρεπαν την υπέρβαση των αντιθέσεων και μια ουσιαστική συνένωση των Ευρωπαϊκών λαών οδήγησε σταδιακώς στο «πολιτικό θαύμα» τής Ενωμένης Ευρώπης που βιώνουμε σήμερα. Μεγάλες πολιτικές μορφές τής Ευρώπης συνέλαβαν και πραγματοποίησαν το όραμα τής Ευρωπαϊκής Ενωσης: ο Robert Schuman, o Jean Monet, o Paul Henri Spaak, αλλά και ο Charles de Gaulle, o Winston Churchill, o Konrad Adenauer και πολλοί άλλοι. Για την Ελλάδα, η πολιτική φυσιογνωμία που συνέλαβε και αγωνίστηκε σκληρά για την ένταξη τής Ελλάδος στην Ενωμένη Ευρώπη υπήρξε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Την πολιτική του συνέχισε ο Ανδρέας Παπανδρέου και, με ιδιαίτερη επιτυχία, ο Κώστας Σημίτης.
Εχει λεχθεί ότι η Ευρώπη είναι «η ήπειρος των αντιφάσεων». Ωστόσο, η Ευρώπη των αντιφάσεων - των συνενώσεων δηλαδή αλλά και των συγκρούσεων, τής χριστιανικής αγάπης αλλά και των θρησκευτικών πολέμων, τής δημοκρατίας αλλά και των ολιγαρχικών έως και φασιστικών καθεστώτων, τής ειρήνης αλλά και των άγριων πολέμων, τού πιο σημαντικού πολιτισμού στις τέχνες και στα γράμματα αλλά και ενός φάσματος ασύλληπτης βαρβαρότητας - αυτή η Ευρώπη των αντιφάσεων είναι και αυτή που κατόρθωσε, περνώντας από πολλά στάδια εξέλιξης, να φθάσει στην Ενωμένη Ευρώπη των αρχών τού 21ου αιώνα, στην Ευρώπη των 25 με μια σταθερή πορεία προς την ολοκλήρωση.
H ιστορικότητα τής ιδέας τής Ευρώπης από κοινού με τη γνώση των σφαλμάτων, των αδυναμιών και των αποτυχιών τού παρελθόντος μπορούν να βοηθήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη συνειδητοποίηση τής ουσίας τής Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία θα πρέπει κάποτε να διδαχθεί και στα σχολεία της Ευρώπης για να εδραιωθεί στις ψυχές των νέων ανθρώπων. Εχουμε πολύ δρόμο ακόμη για μια ποιοτική ένωση των ευρωπαϊκών χωρών, η οποία θα σέβεται τις ιδιαιτερότητες των κρατών-μελών, τη γλώσσα, την παράδοση, την ιδιοπροσωπία κάθε ευρωπαϊκού λαού, την πολιτισμική πολυμορφία της Ευρώπης, ενώ παράλληλα θα καλλιεργεί, θα βαθαίνει και θα αναδεικνύει ό,τι ενώνει τους Ευρωπαίους και ό,τι τους διακρίνει ιστορικά από άλλους σύγχρονους πολιτισμούς.
Ο καίριος χώρος για τη συνειδητοποίηση τής ουσίας τής Ενωμένης Ευρώπης και για μια ποιοτική βίωση αυτής τής ουσίας είναι - μη το ξεχνάμε - ο χώρος τής Παιδείας. Οι ιδέες, οι αρχές και οι αξίες περνούν μέσα από την Εκπαίδευση, τη σχολική και την ανώτατη. Εκεί φύονται, καλλιεργούνται, συνειδητοποιούνται, αποκτούν βάθος, ουσία και συνέχεια. H ευρωπαϊκή διάσταση τής Παιδείας πρέπει να αρχίσει από τα Πανεπιστήμια, στην κατάρτιση των αυριανών εκπαιδευτικών τής Γενικής Εκπαίδευσης, για να περάσει σωστά, ουσιαστικά και διαθεματικά στη μόρφωση και διαμόρφωση των αυριανών πολιτών τής Ενωμένης Ευρώπης. Θεωρώ, μάλιστα, ιδιαίτερα σημαντικό ότι τα Πανεπιστήμια τής Ευρώπης έχουν πεισθεί και ενθαρρύνουν συστηματικά τη διακινητικότητα (mobility) των φοιτητών, τη μετάβαση και φοίτησή τους (για μερικά εξάμηνα και με αναγνώριση αυτής τής φοίτησης) σε άλλα πανεπιστήμια τής Ευρώπης. Κι αυτό σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Οπως είναι σημαντική και η δυνατότητα - που αρχίζει να διαφαίνεται - απόκτησης κοινών πανεπιστημιακών πτυχίων ή και μεταπτυχιακών τίτλων. H συμφοίτηση και συνεργασία των νέων σ' ένα κατ' εξοχήν πνευματικό πεδίο που είναι η κατάκτηση τής επιστήμης δημιουργεί τους καλύτερους όρους για μια ποιοτική βίωση τής Ενωσης.
 
Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

B ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ, Στίχοι 376-440


Made with PhotoCollage.net
Β επεισόδιο
Στίχοι 376-445( Α σκηνή)
  • Αποκαλύπτεται η ταυτότητα του δράστη, προωθείται η υπόθεση και εντείνεται η αγωνία των θεατών.
  • Ο χορός μένει έκπληκτος καθώς βλέπει την Αντιγόνη να μπαίνει από την αριστερή πάροδο συνοδευόμενη από τον φύλακα και χαρακτηρίζει το θέαμα ακατανόητο μυστήριο.
  • Ο χορός θυμίζει για μια ακόμη φορά την κληρονομική κατάρα που βαραίνει την οικογένεια της Αντιγόνης.
  • Η σύλληψη της Αντιγόνης: οι φύλακες προχωρούν σε εκταφή του νεκρού Πολυνείκη ώστε να είναι έκθετο στα σκυλιά και στα όρνια και είναι πολύ πιο προσεκτικοί αυτή τη φορά ώστε να μην ξεφύγει ο δράστης. Το μεσημέρι ξεσπά έντονη θύελλα  η οποία υποχρεώνει τους φύλακες να κλείσουν τα μάτια τους και έτσι δίνεται η δυνατότητα στην Αντιγόνη(εύρημα του Σοφοκλή) να πλησιάσει τον νεκρό και να προχωρήσει στη δεύτερη ταφή. Η Αντιγόνη ξεσπά σε γοερό θρήνο, όταν βλέπει το γυμνό σώμα του αδελφού της και χωρίς  να χάσει χρόνο αποδίδει τις απαραίτητες νεκρικές  τιμές στον νεκρό Πολυνείκη.(μέλι, γάλα, κρασί). Η θύελλα υποχωρεί και τότε οι φύλακες βρίσκουν την ευκαιρία να συλλάβουν την Αντιγόνη.
  •  Η δεύτερη ταφή του Πολυνείκη: τονίζει το υψηλό φρόνημα της Αντιγόνης, επιβραδύνει την πλοκή καθώς παρεμβάλλεται μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην πρώτη ταφή και στη σύλληψη της Αντιγόνης και αναγκάζει το φύλακα να έρθει και πάλι στη σκηνή.
Φύλακας
Είναι ένας γνήσιος λαϊκός τύπος με κύρια χαρακτηριστικά την αφέλεια, τη φλυαρία και την κουτοπονηριά. Είχε ορκιστεί πως δεν θα επισκεφτεί  ξανά το παλάτι όμως τα γεγονότα τον διαψεύδουν. Η διαφορά είναι οτι αυτήν τη φορά έρχεται άνετος και χαρούμενος με τον αέρα της αθωότητας, αφού έχει πια συλλάβει τον ένοχο της ταφής. Χρησιμοποιεί μάλιστα κάποια γνωμικά για να αιτιολοηγήσει την επιστροφή του στο παλάτι. Παρουσιάζεται  σκληρός και ασυγκίνητος μπροστά στο θέαμα του νεκρού Πολυνείκη αλλά και μπροστά στο δράμα της Αντιγόνης. Αυτό που τον ενδιαφέρει πάνω από όλα είναι ο ευατός του και η σωτηρία του και είναι πολύ ικανοποιημένος που επιτέλους αποδείχτηκε η αθωότητα του. Εκφράζει βέβαια για μια στιγμή τη λύπη του για την Αντιγόνη όμως είναι κάτι που το ξεχνά πολύ γρήγορα. Ο χαρακτήρας του δεν του επιτρέπει να κατανοήσει το ηθικό μεγαλείο της πράξης της Αντιγόνης και να προβληματιστεί για την πράξη της και τα κίνητρα της. Του αρκεί που κατάφερε να την παραδώσει στον Κρέοντα και μάλιστα αισθάνεται περήφανος για την πράξη του αυτή.
Κρέων
Είναι μάλλον σε κατάσταση σοκ και δεν υπάρχει άμεση αντίδραση. Η Αντιγόνη είναι το μόνο πρόσωπο που δεν περίμενε να φέρει ο φύλακας μαζί του. Έκπληκτος ακούει τη διήγηση του φύλακα, αντιδρά παθητικά και με επιφύλαξη και προσπαθεί απλώς να καταλάβει τι έγινε και να εξακριβώσει την αλήθεια του λόγου του φύλακα. Τέλος αναγκάζεται ν'απαλλάξει τον φύλακα από τη βαριά κατηγορία.
Αντιγόνη
Παραμένει σιωπηλή και ατάραχη όση ώρα ο φύλακας εξιστορεί τα γεγονότα και έχει τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος ίσως ως ένδειξη περιφρόνησης για τον Κρέοντα ή επειδή είναι βυθισμένη στις σκέψεις της. Η σιωπή στο θέατρο είναι στοιχείο δραματικό που έχει σκοπό να διαγείρει την προσοχή του θεατή. Ατάραχη, έχει πλήρη συνείδηση της πράξης της:να προσφέρει τις καθιερωμένες νεκρικές τιμές στον Πολυνείκη και αισθάνεται ήσυχη καθώς γνωρίζει οτι έχει διαπράξει το χρέος της προς τον αδελφό της. Η πράξη της ήταν επιλογή της γι'αυτό άλλωστε δείχνει έτοιμη και αποφασισμένη ν'αντιμετωπίσει τον Κρέοντα αλλά και τις δυσμενείς συνέπειες.


Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ



 Σε ποιο είδος δοκιμίου κατατάσσονται τα παρακάτω κείμενα; Να αιτιολογήσετε την απάντηση σας.

 Κείμενο 1
 Όλοι σήμερα μιλάνε για διάλογο, στην κυριολεξία του και μεταφορικά· στο ιδιωτικό και στο δημόσιο επίπεδο κανένας δεν βρίσκεται που να μην τον διεκδικεί και να μην εξαίρει τις αρετές του. Φτάνει έτσι ν' αναρωτιέται ο γεμάτος καλή θέληση αφελής, πώς διάβολο γίνεται σε μιαν εποχήν τόσο παθιασμένη για διάλογο, να συνεννοούνται τόσο λίγο οι άνθρωποι μεταξύ τους. Είναι σα να ξεχνάμε την πασίδηλη ανθρώπινη διπροσωπία: Όποιος δια-τυμπανίζει την επιθυμία του για διάλογο, δεν θα πει και πως τον επιθυμεί· μεταμφιέζει έτσι την εγωλατρική  του προσήλωση στον μονόλογο. Προτείνω τον διάλογο μπορεί να σημαίνει: γυρεύω, με πρόσχημα την συνδιάλεξη, ακροατές· έχω πεποίθηση στην ρητορική μου δεινότητα ή στην δικολαβική μου ευελιξία και δεν μου κακοφαίνεται να εξασφαλίσω μιαν εύκολη νίκη· σ' αποκαλώ συνομιλητή μου αλλά σε κρατάω κάτω από την απειλή της εξουσίας μου: αν σου βαστάει, πες ό,τι πιστεύεις! Η τελευταία τούτη ποικιλία είναι η πασίγνωστη στο διεθνές επίπεδο «συνεννόηση» όπου ο ένας από του δύο συνομιλητές εκφράζεται από «θέσεως ισχύος», όπως λένε. Ισάριθμες εκδοχές του φαινομένου κακή πίστη Ο σύγχρονος κόσμος δεν κατορθώνει να συνεννοηθεί γιατί κάνει κατάχρηση αυτής της τακτικής. Είναι ένας κακόπιστος κόσμος. [...]
Διάλογος δεν υπάρχει (για να πούμε τ' αυτονόητα) παρά μόνον ανάμεσα σε ίσων δικαιωμάτων συνομιλητές. Όταν ο ένας κρατάει στο χέρι του τον κεραυνό κι ο άλλος βρίσκεται όρθιος, ελάχιστος σαν υπόδικος μπροστά στο βάθρο της εξουσίας, ο διάλογος, κι αν προτείνεται, είναι φενάκη. Ο εξουσιαστής, στην χειρότερη περίπτωση, ξεγελάει τον εαυτό του αν νομίζει πως θ' ακούσει την αλήθεια. Η θέση του άλλωστε είναι διπλά ψεύτικη: αν τύχει να βρει αντίκρυ του έναν παλαβό, έναν άνθρωπο παράτολμο, που θα του την πει, θα είναι υποχρεωμένος, για λόγους κύρους, να τον κατακεραυνώσει. Στην περίπτωση τούτη, ο ειλικρινής καταδικάζεται ως αυθάδης. Αν πάλι ο σε μειονεκτική θέση συνομιλητής το γυρίσει, για λόγους άμυνάς του, στην πονηρή κολακεία, ο σε πλεονεκτική θέση δεν θα μάθει ποτέ την αλήθεια. Δέσμιος της εξουσίας του, θα χρειαστεί τότε, για να ξέρει πού βρίσκεται –πράγμα αναγκαίο για την ασφάλειά του– να χρησιμοποιεί επαγγελματίες πληροφοριοδότες, ν' ακούει καταδότες, διαβολείς, συκοφάντες, ή, αντίθετα, κόλακες που τον ξεγελάνε, για να του φαίνονται αρεστοί. Όπου δεν υπάρχει φυσικός διάλογος, υπάρχει όργιο κατασκοπίας. [...] Ακόμα και σε καθεστώτα φιλελεύθερα, όταν ιδίως είναι «ισχυρά», ο κυβερνήτης δύσκολα μαθαίνει την αλήθεια για το λαϊκό φρόνημα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920, ενώ το κομματικό περιβάλλον τον διαβεβαίωνε πως θα τις κερδίσει με τρόπο θριαμβευτικό ύστερα από τόσες εθνικές νίκες.
Αυτά στο επίπεδο της εξουσίας. Έχουμε, όμως, και το ανεπίσημο επίπεδο, όχι το ιδιωτικό, αλλά το δημόσιο! Διάλογος ιδεολογικός, διάλογος διαπραγματευτικός, διάλογος πνευματικός, άλλα ακόμα τέτοια. Καμία εποχή δεν έχει οργανώσει τόσους διάλογους όσους η δική μας. Είναι μια έμμεση ομολογία πόσο δύσκολο το βρίσκει να συνεννοηθεί. Αν εξαιρέσουμε τους ανεγνωρισμένα περιττούς διάλογους, που γίνονται για λόγους διακοσμητικούς, ελαφρούς, αργόσχολους (εννιά στα δέκα συνέδρια, «σεμινάρια» κτλ.), οι άλλοι έχουν σκοπό να προβάλουν πανηγυρικά οι ομιλητές τις ιδεολογικές τους θέσεις, χωρίς καμιά διάθεση να δια-φωτιστούν ή να τις ελέγξουν. Διάλογοι διαφημιστικοί δογμάτων, προορισμένοι να πείσουν εκείνους που δεν χρειάζεται να πειστούν, τους οπαδούς τους, σκληραίνουν παρά που απαλύνουν το διάχυτο κλίμα της διαφωνίας. Ο κόσμος μας εμφανίζεται γεμάτος καλή θέληση κι αδυναμία να ομονοήσει. Φτάνει κανένας ν' αναρωτιέται αν πρόκειται για ζήτημα χρόνου, αν δηλαδή βρισκόμαστε ακόμα σ' ανωριμότητα, ή αν αντιμετωπίζουμε έτσι κάποιαν οργανική αδυναμία κι ατέλεια του ανθρώπινου γένους.
     Η ζωή εμφανίζεται ως πεδίο διαμάχης. Χωρίς αυτόν της τον αντιθετικό χαρακτήρα, που ορίζει τον συ-στατικό δυναμισμό της, θα έφτανε στη αυτοαναίρεση. Ο διάλογος είναι μια ειρηνική προστριβή, συμφωνημένα πλαισιωμένη, περιορισμένη από μερικούς θετούς κανόνες, καθώς μια αθλοπαιδιά. Αν παραβώ τους κανόνες του ποδοσφαίρου, αυτό που θα διεξαχθεί στο γήπεδο δεν θα είναι πια ποδοσφαιρική συνάντηση, θα είναι συμφυρμός και συμπλοκή άμορφη, πρωτόγονη, χωρίς το παρα-αισθητικό ενδιαφέρον της αθλοπαιδιάς. Αλλά η αθλοπαιδιά δεν αποβλέπει σε τίποτα πέρα από τον εαυτό της, δεν είναι μέσο, είναι σκοπός. Ο διάλογος εμφανίζεται ως μέσο: Θέλω, με μέσο τον διάλογο, να φτάσω κάπου, σε κάτι που τον υπερβαίνει: σε μια συνεννόηση των ανθρώπων μεταξύ τους, ή, πολύ περισσότερο, στην από κοινού αποκάλυψη κάποιας αλήθειας. Εδώ είναι που ορθώνεται το αντικειμενικό ερώτημα για την ορθότητα του διαλόγου. Κι εδώ είναι που διαγράφεται η διαφορά του από την διαλεκτική. Η διαλεκτική είναι πρόβαση, αλλιώς δεν είναι τίποτα. Ο διάλογος, πρώτο στοιχείο της διαλεκτικής στην αρχαία της σημασία, αλλά και μέσο ενανθρωπισμού της στην νεώτερη, ξεχωρίζει την περιοχή της φυσικής διαλεκτικής από της ανθρώπινης. Αν είμαστε μόνον όργανα μιας διαλεκτικής κι όχι φορείς της, τότε το οντολογικό πρόβλημα τίθεται διαφορετικά: Πλαστήκαμε για να συν-εννοούμαστε μόνο στο βασικό, στο χαμηλότατο επίπεδο, εκεί όπου η λαλιά είναι κενολογία: Το θέατρο του παραλόγου επιβραβεύεται, για-τί το πρόσεξε αυτό και το υπογράμμισε.
Σε κάπως υψηλότερο επίπεδο, ο διάλογος αρχίζει να γίνεται «διάλογος κουφών». Άρα κλήρος μας η μοναξιά. Στο κάπως προηγμένο στάδιο όπου έχουμε φτάσει, ή στο κάπως διδαγμένο από μακριά πείρα, ανακαλύπτουμε, ξαφνικά, αυτή την συγκλονιστική πραγματικότητα. Ως τώρα νομίζαμε πως γεννιόμαστε μόνοι και πεθαίνουμε μόνοι. Όταν λέμε πως συνεννοούμαστε, εννοούμε πως συμπλέουμε πάνω σε χωριστά μονόξυλα, μέσα σ' έναν ωκεανό δίχως όρια. Συνεννοούμαστε άλληλοπαρεξηγούμενοι –αυτός είναι ο καλοπροαίρετος διάλογός μας.
     Δεν επιτρέπεται να θεωρήσουμε το αίσθημα τούτο απόληξη. Κανένας μας δεν έχει το δικαίωμα να προεξοφλήσει το μέλλον. Διαλεγόμαστε και θα διαλεγόμαστε επίμονα, ασταμάτητα, γιατί αυτό μας είναι ανάγκη ζωτική, συστατικό μας πάθος. Ο πλησίον δεν είναι μόνο κόλαση, όπως το έχει πει ο Σάρτρ, είναι και Παράδεισος: ο μόνος μας απτός Παράδεισος. Ποιος ποτέ φαντάστηκε τον Παράδεισο σαν ερημιά, δίχως συγκατοίκους; Αρμονική κατανομή φυσικού κι ανθρώπινου στοιχείου ορίζει το παραδεισιακό μας όραμα, κι αυτό δεν είναι τυχαίο: Ξεκινάει από τα βάθη της συλλογικής μνήμης, τότε που η Φύση δεν ήταν καταργημένη από τον άνθρωπο, αλλά εμψυχωμένη από την διακριτική του παρουσία.
Άθλημα που μας έχει προταθεί ο διάλογος, θα εμπνέει πάντοτε κάθε ευγενική προσπάθεια να ξεπεραστεί η φυλάκιση μέσα στον εαυτό μας.

Άγγελος Τερζάκης, Κρίση και έλεγχος της εποχής μας, Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, ι989

Κείμενο 2

(...) Αν αφήσουμε κατά μέρος παλαιότερα έργα που οι πολλοί από μας – εννοώ τους λογοτέχνες – μοιάζουν να τα νομίζουν ξεπερασμένα και χωρίς οργανική επιρροή στη ζωή τους, η σημερινή ελληνική λογοτεχνία είναι ο καρπός ενός κράτους εκατόν πενήντα χρόνων. Μετρώντας με τα μέτρα της ζωής των λαών, όχι των ανθρώπων, δεν ξέρω αν τα λίγα αυτά χρόνια είναι αρκετά για την ενηλικίωσή της. Όμως το πράγμα που θα΄ πρεπε να μας ενδιαφέρει όλους είναι πόσο η λογοτεχνία αυτή μπορεί ν’ αντισταθεί στο νόμο της απορρόφησης από ισχυρότερες γλώσσες και λογοτεχνίες.
Κι αν μας ενδιαφέρει αυτό, θα πρέπει αναγκαστικά να πούμε πως δεν της μένουν διόλου περιθώρια να σπαταλά δυνάμεις, όπως όταν απαρνιέται την παλαιά παράδοσή της. Παράδοση, δε σημαίνει απαρίθμηση και μνείες παλαιών τίτλων, αλλά έργα που ζουν και γονιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία των σημερινών ζωντανών ανθρώπων.
Βρισκόμαστε σ' ένα σταυροδρόμι· δεν ήμασταν ποτέ απομονωμένοι· μείναμε πάντα ανοιχτοί σ' όλα τα ρεύματα - Ανατολή και Δύση· και τ' αφομοιώναμε θαυμάσια τις ώρες που λειτουργούσαμε σαν εύρωστος οργανισμός. Είμαστε τώρα μέρος της λογοτεχνίας της Ευρώπης (εννοώ με την πιο πλατιά έννοια) και  συνταραζόμαστε κι εμείς, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, από διαδοχικές κρίσεις, αποκαλυπτικές εφευρέσεις και φόβους, που δεν αφήνουν τον ανθρώπινο νου να ηρεμήσει σαν την καλαμιά στον κάμπο. Μπροστά σ' αυτά, τι μας μένει για να βαστάξουμε αν απαρνηθούμε τον εαυτό μας; Δε μένω τυφλός στα ψεγάδια μας, αλλά έχω την ιδιοτροπία να πιστεύω στον εαυτό μας. Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε που μνημονεύω εδώ προσωπικές εμπειρίες· δεν έχω άλλο πειραματόζωο από εμένα. Και η προσωπική μου εμπειρία μου δείχνει πως το πράγμα που με βοήθησε, περισσότερο από κάθε άλλο, δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός διανοουμένου, αλλά η πίστη και η προσήλωσή μου σ' έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων· στα έργα τους, στις φωνές τους, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους. Αυτός ο κόσμος, όλος μαζί, μου έδωσε το συναίσθημα πως δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στ' αλώνι. Μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Κι ακόμη, μ' έκανε να νιώσω, όταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν.

Κι όλα τούτα θα μπορούσα να τα ονομάσω με τη λέξη παράδοση, που την ακούμε κάποτε ψυχρά και μας φαίνεται υπόδικη. Αλήθεια, υπάρχουν ροπές που νομίζουν πως η παράδοση μας στρέφει σε έργα παρωχημένα και ανθρώπους παρωχημένους· πως είναι πράγμα τελειωμένο και άχρηστο για τις σημερινές μας ανάγκες· πως δεν μπορεί να βοηθήσει σε τίποτε τον σημερινό τεχνοκρατικό άνθρωπο που γνώρισε φριχτούς πολέμους και φριχτότερα στρατόπεδα συγκεντρώσεως· αυτόν τον άνθρωπο που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην κατάσταση του θηρίου και την κατάσταση του ανδροειδούς. Η παράδοση είναι λοιπόν ένα περιττό βάρος που πρέπει να εξοβελιστεί. Μου φαίνεται πως αυτές οι ροπές εκπορεύουνται από τη σύγχρονη απελπισία για την αξία του ανθρώπου. Είναι τα συμπτώματα ενός πανικού, που εν ονόματι του ανθρώπου τείνουν να κατακερματίσουν την ψυχή του ανθρώπου. Όμως τι απομένει αν βγάλουμε από τη μέση τον άνθρωπο;

Γ. Σεφέρη, Δοκιμές, τ.2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974