Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Καλό καλοκαίρι

 Ήρθε η ώρα να ευχηθώ σε όλους "Kαλό καλοκαίρι"! Ραντεβού τον Σεπτέμβριο!


glitter-graphics.com


Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού»
 
XXX
“Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,
τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,
σκοινιά, καράβια και φανάρια,
γλάροι, καθρέφτες και καρποί-
τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.

Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,
μύρια ποτήρια του νερού
φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα
στο περιγιάλι αστράφτουνε.

Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.”

XXXIX
“Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού,
κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,
το φλουρί, το κεχριμπάρι
παίζει στο λαιμό σου,
παίζει στα δυο σου χέρια
και στο κούτελό σου.

Κι όλο κοσκινίζεις
και ψωμί δε φτιάχνεις.
Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;
Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου
και τα πρόβατά σου;

Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός
σα γαλάζιος σκύλος
κάθεται στα πισινά του
και σαλεύει την ουρά του,
και του ρίχνεις μια ματιά
στα πεταχτά
και χορταίνει, - πώς χορταίνει
τέτοιος σκύλος;

Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά
και στη ράχη ο άσπρος μύλος.

Και προτού το δείλι γείρει
έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες
και κουλούρες του χορού
για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού
για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.”
(Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού», Κέδρος)

 
Sendscraps.com

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Άγγελος Σικελιανός-Το πρωτοβρόχι

 
glitter-graphics.com


 Άγγελος Σικελιανός (15/03/1884-19/06/1951)

Το πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο…
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή…
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!…


(από τον Λυρικό Bίο, Β΄, Ίκαρος 1968)


glitter-graphics.com






Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Στο φως του φεγγαριού....


glitter-graphics.com


Γιάννης Ρίτσος, Σονάτα του σεληνόφωτος

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


 Γιάννης Βαρβέρης, Φεγγάρια πανσελήνου
 
Κάποια γυναίκα όλο κοιτά φεγγάρια Πανσελήνου.

Εσύ είσαι όρος/ όταν θεριεύει ύψος
μυρίζει μέλλον φθινοπωρινό/ απαλό της μνήμης.
Σε ζωογονούνε/ ήλιος/ μ’ όσους πυρπόλησε η σκιά
θάλασσα/ με τα παγωμένα χαμόγελα στο βυθό
κι ο άνεμος/ που μας πετάει βότσαλα ευτυχίας.

Όμως κοιτάς φεγγάρια Πανσελήνου.

Μα εσύ είσαι όρος./ Ρίξε τα ξύλα και νερά σου κρουνηδόν
πάνω στα χορταράκια/ και στα πεπρωμένα/ της πανίδας
με το καλό/ με τον καιρό/ γίνε πεδιάδα
και τότε τόλμησε και τότε κοίτα.

Γυναίκα ήταν και κοίταζε φεγγάρια Πανσελήνου
 
 Γιώργος Σεφέρης, Τελευταίος σταθμός
 
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν. 

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις 

όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας 

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες, 

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. 

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω 

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη…. 

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Στη μνήμη της σφαγής του Διστόμου: 70 χρόνια μετά

 10 Ιουνίου 1944:Η σφαγή του Διστόμου

Ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα των Ναζί στη κατεχόμενη Ελλάδα. Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944 γερμανική στρατιωτική φάλαγγα των Ες-Ες ξεκίνησε από τη Λιβαδειά για την Αράχοβα, με σκοπό την εκκαθάριση της περιοχής από τις αντάρτικες δυνάμεις.

Στο Δίστομο ενώθηκε με άλλη γερμανική ομάδα που είχε ξεκινήσει από την Άμφισσα και προχώρησαν προς το Στείρι. Οι κάτοικοι έλαβαν εντολή να μην απομακρυνθούν από το χωριό, μέχρι την επιστροφή των γερμανικών δυνάμεων.

Στη θέση Καταβόθρα οι Γερμανοί δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Μετά από σύντομη, αλλά σφοδρή μάχη, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 15 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 6 νεκρούς και 15 τραυματίες.

Οι Γερμανοί απέδωσαν την επίθεση του ΕΛΑΣ σε ειδοποίηση των κατοίκων του Δίστομου και επέστρεψαν στο χωριό για να εκδικηθούν. Με διαταγή του διοικητή τους, υπολοχαγού Χανς Ζάμπελ, το Δίστομο πυρπολήθηκε και 218 κάτοικοι (114 γυναίκες και 104 άντρες) εκτελέστηκαν απάνθρωπα. Μεταξύ των νεκρών, 45 παιδιά και έφηβοι και 20 βρέφη. Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης. Η γερμανική διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Δίστομου, επειδή όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το ελληνικό γραφείο εγκληματιών πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της σφαγής. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν. Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του.

Η ιστορία µιας φωτογραφίας

Η πασίγνωστη φωτογραφία της µαυροφορεµένης γυναίκας από το Δίστοµο έχει κάνει τον γύρο του κόσµου. Ποια είναι όµως η ιστορία της; Λίγους µήνες µετά τη Σφαγή, ο Dmitri Κessel, ανταποκριτής του περιοδικού «Life» επισκέφθηκε το Δίστοµο για ρεπορτάζ. Τη στιγµή του κλικ της φωτογραφικής µηχανής η Μαρία Παντίσκα — πέθανε το 2009 — στέκεται όρθια µπροστά σε µια σκάφη και πλένει τα µαύρα ρούχα της στην αυλή. Η φωτογραφία δηµοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Life» στις 29 Νοεµβρίου του 1944. Ο τίτλος του κειµένου ήταν «Τι έκαναν οι Γερµανοί στην Ελλάδα» και η λεζάντα ανέφερε: «Η Μαρία Παντίσκα ακόµη κλαίει µε λυγµούς, δύο µήνες αφότου οι Γερµανοί σκότωσαν τη µητέρα της σε σφαγή στην ελληνική πόλη Δίστοµο».


Πηγή: http://www.istorikathemata.com/2010/06/10-1944.html

 



ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ
Εδώ' ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
ώ εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις.
Εδώ πονά η σιωπή, πονάει η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ' τη θυσία κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό λυγμό, σκαλί - σκαλί, μεγίστη σκάλα
 
Γιάννης Ρίτσος

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Η πιο όμορφη θάλασσα


glitter-graphics.com


Η πιο όμορφη θάλασσα

Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή
που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.
Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα.

Τις πιο όμορφες μέρες,
τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα.
Δεν τις ζήσαμε ακόμα.

Κι ό,τι πιο όμορφο,
Κι ό,τι πιο όμορφο θα `θελα να σου πω,
Δε στο `πα ακόμα, δε στο `πα ακόμα.


Ναζίμ Χικμέτ

Η πεντηκοστή





 Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ελαιογραφία, αρχές 17ου αιώνα














                                                                                                                    Luis Tristan, Toledo
     Alvise dal Friso,  Μουσείο Ερμιτάζ, 1580
     Jean || Restout, 1732  
Juan Bautista Maino, Μουσείο Πράδο                                                                 Josef Ignaz Mildorfer, Hungarian National Gallery, 1750
Πηγή εικόνων:Βικιπαίδεια

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Καλό μήνα

sendscraps

 

 

Φωτιές του Αϊ Γιάννη, Γ.Σεφέρης

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι
    ας ανάβουν οι φωτιές.


Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
    βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
    το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.


Την ώρα που τέλειωσε ή μέρα και δεν άρχισε ή άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
    το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει.


Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
     μπροστά στις φλόγες μέσα στή ζεστή νύχτα
     (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
      κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
     (Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,
      τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
      ανταύγεια).


Μα εσύ πού γνώρισες τη χάρη τις πέτρας πάνω στο θα-
     λασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε ή γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
     και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.

(Λονδίνο, Ιούλιος 1932)